Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Όμηροι των εαυτών μας

Διαβάζοντας τις τελευταίες εβδομάδες ειδήσεις σχετικά με την πορεία των διαπραγματεύσεων, δημιουργείται η εντύπωση πως το Κυπριακό βρίσκεται στην τελική του ευθεία, με τις δύο κοινότητες να έχουν γεφυρώσει σε μεγάλο βαθμό τις διαφορές τους σε διάφορες πτυχές, περιλαμβανομένης και της συνταγματικής. Αυτή η εξέλιξη αποδίδεται στην αποφασιστικότητα των Χριστόφια και Ταλάτ να λύσουν το πρόβλημα, γεγονός που αποτελεί μια πρωτόγνωρη συγκυρία στην εξηντάχρονη ιστορία του Κυπριακού. 

Είναι όμως αυτό μια αναγκαία και επαρκής συνθήκη που θα οδηγήσει τα πράγματα σε λύση; Εξαρτάται πράγματι η λύση του Κυπριακού από το κατά πόσον οι Χριστόφιας και Ταλάτ συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο λύσης, το οποίο όπως ήδη έχουν διακηρύξει, θα θέσουν σε δημοψήφισμα; Πλην των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων δεν έχει κανείς άλλος λόγο στην ειρηνευτική διαδικασία στην Κύπρο; Ή μήπως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες που μπορούν να διαδραματίσουν κάποιο ρόλο προς διευκόλυνση της διαδικασίας;

Ας εξετάσουμε λοιπόν κάποια πράγματα. Πολλές φορές δηλώθηκε από Ελληνοκύπριους πολιτικούς πως το κλειδί της λύσης βρίσκεται στην Άγκυρα. Αν και η θέση αυτό ήταν η μόνιμη επωδός της κυβέρνησης Παπαδόπουλου για να αποπροσανατολίσει από τις δικές της ευθύνες για το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει το Κυπριακό μετά το δημοψήφισμα, δεν παύει από το να αντανακλά σε κάποιο βαθμό τη σημασία που έχει η Τουρκία, η οποία είναι κατέχουσα δύναμη στην Κύπρο και με το ειδικό της οικονομικό, στρατιωτικό και γεωπολιτικό της βάρος δύναται να επηρεάζει καθοριστικά τις εξελίξεις όπως και τη συμπεριφορά της τουρκοκυπριακής ηγεσίας. Αυτό άλλωστε είχε διαφανεί με τον παραγκωνισμό του Ραούφ Ντενκτάς παραμονές του δημοψηφίσματος. 

Τη στάση που τήρηση έναντι του Ραούφ Ντενκτάς όπως και του εθνικιστικού στρατιωτικού κατεστημένου γενικότερα τότε η τουρκική κυβέρνηση την είχε υπαγορεύσει η προοπτική εξασφάλισης ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για να γίνει αυτό προηγήθηκε μια τιτάνια διπλωματική προσπάθεια με εμπλοκή όχι μόνο των Ηνωμένων Εθνών αλλά και ευρωπαϊκών κρατών όπως και των ΗΠΑ, με τις τελευταίες να ασκούν ασφυκτικές πιέσεις στους Ευρωπαίους ηγέτες να μην αφήσουν την Τουρκία έξω από την ΕΕ.

Συγκρίνοντας έτσι το τότε σκηνικό με το σημερινό, διαπιστώνουμε πως αυτή η καταλυτική συνιστώσα  απουσιάζει. Από τη μια, οι ΗΠΑ έχουν αποφύγει να εμπλακούν στη διαδικασία των συνομιλιών. Ας μην ξεχνάμε πως αυτό ήταν άλλωστε και η επιθυμία του Προέδρου Χριστόφια: Λύση για τους Κυπρίους από τους Κυπρίους. Από την άλλη, στην ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ έχουν εκφράσει ξεκάθαρα την αντίθεσή τους οι κυβερνήσεις Γερμανίας και Γαλλίας που κατέχουν ένα μεγάλο ειδικό βάρος τόσο στην Ευρώπη των 27 όσο και την Ευρωζώνη.

Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, μπορούμε να διερωτηθούμε, τι κίνητρο είναι δυνατόν να έχει η Τουρκία να αφήσει τον -μοναχικό καβαλάρη πλέον- Μεχμέτ Αλί Ταλάτ να συμφωνήσει σε λύση του Κυπριακού όταν η ίδια δεν μπορεί να εξασφαλίσει ένα σημαντικό αντάλλαγμα, όπως π.χ. την ένταξη στην ΕΕ. Χωρίς αμφιβολία, το Κυπριακό είναι μεν πονοκέφαλος για την Τουρκία. Ωστόσο είναι και όμηρός της.

Μέσα σε αυτό το πολιτικό σκηνικό, , ο Δημήτρης Χριστόφιας δεν διαθέτει πολλές επιλογές. Αναμφίβολα, η  συνέχιση των διαπραγματεύσεων με στόχο την επίτευξη συμφωνίας παρά τις ρήξεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο επιβάλλεται μια και η διακοπή τους θα είχε ολέθριες συνέπειες, ιδίως μετά την εκλογική νίκη του Έρογλου. Ταυτόχρονα όμως, η κατάσταση επιβάλλει όπως γίνουν και κινήσεις στο εξωτερικό. Με στόχο την αλλαγή του σκηνικού σε ό,τι αφορά την προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ. Αυτό δεν είναι φυσικά κάτι που εύκολα μπορεί να επιτευχθεί και απαιτείται οραματισμός, προγραμματισμός και διπλωματική δεξιοτεχνία. Ειδικά στην περίπτωση του Δημήτρη Χριστόφια, απαιτείται επιπλέον και δυνατότητα υπέρβασης ιδεολογικών προσεγγίσεων.

 Κρίνοντας όμως από τον τρόπο και το σκοπό που ο Κύπριος Πρόεδρος προσέγγισε τον Αμερικανό ομόλογό του στην κοινή διάσκεψη ΕΕ-ΗΠΑ τον Απρίλιο (ο Χριστόφιας ζήτησε από τον Ομπάμα να πιέσουν οι ΗΠΑ την Τουρκία) και τον τρόπο με τον οποίο η κυπριακή κυβέρνηση αντέδρασε όταν πρωτοανακοινώθηκε η είδηση πως η Αμερικανίδα υπουργός εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον θα συναντιόταν με τον Ταλάτ, θα ήταν μάταιο να αναμένουμε πως η κυπριακή διπλωματία θα δράσει βάσει ενός συγκεκριμένου σχεδίου, κι αυτό γιατί ένα τέτοιο σχέδιο δεν το έχει. Λαμβάνοντας επιπρόσθετα και την ευρωπαϊκή εμβέλεια του Δημήτρη Χριστόφια, τη δυνατότητά του δηλαδή να επηρεάζει τη λήψη αποφάσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κάθε προσδοκία πως θα είναι δυνατή η επανάληψη του σκηνικού του 2004 είναι μάταιη.

Με άλλα λόγια, είμαστε πλέον όμηρος του εαυτού μας.

2 σχόλια:

Aceras Anthropophorum είπε...

Αυτόν που λες είναι το δράμα όχι μόνο του Χριστόφκια αλλά του κάθε ανθρώπου. Είμαστιν πράγματι όμηροι του εαυτού μας. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Εντούτοις, η ζωή συνεχίζεται.

Αντιπολιτευόμενος είπε...

Αμυδρά ακόμη θυμάμαι τα ορύγματα που ήταν σκαμμένα γύρω από την (τότε) τσιγγοκτισμένη εκκλησία των Πέτρου και Παύλου στον Κάψαλο στη Λεμεσό τέλη της δεκαετίας του 60 όταν μετακομίσαμε στη γειτονιά. Ήταν απομεινάρια των συγκρούσεων του 63/64. Γεννήθηκα στην Κύπρο όταν αυτή ήταν ήδη διαιρεμένη, και τώρα συνειδητοποιώ πως οι αναμνήσεις που έχω από τις εκδρομές στον Απόστολο Ανδρέα, τη Μόρφου και το Βαρώσι πριν το 74 δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο καρπός της καλλιέργειας της ψευδαίσθησης πως η επάνοδος στην προ του 74 κατάσταση είναι εφικτή.
Αποφάσισα να μην αδικώ αυτούς που τις έχουν ακομα, αλλά ωριμάζοντας θεωρώ πως ακόμα και η επανάληψη του διεθνούς σκηνικού του 2004 είναι σχεδόν εξίσου ανέφικτη.